Άρθρο της Κωνσταντίνας Καραμπατσώλη για την ανάγκη προστασίας της δημοκρατίας από τον λαϊκισμό και τη ρητορική του μίσους.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει υπό τη διαρκή απειλή της ανυπακοής, της συνωμοσιολογίας και της θυματοποίησης.
Πενήντα χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η ελληνική πολιτική σκηνή συνεχίζει να πλήττεται από διχαστικές πρακτικές και ρητορική μίσους. Η Αριστερά, ιδιαίτερα, φαίνεται να παραμένει εγκλωβισμένη σε μία στρατηγική που βασίζεται στη διάσπαση και την πόλωση. Η ανυπακοή στους κανόνες –ένα χαρακτηριστικό που συχνά ενθουσιάζει τις νεότερες γενιές που βρίσκονται σε διαδικασία πολιτικής ωρίμανσης– και ο οπαδισμός, που ενισχύεται από την ποδοσφαιρική λογική του «αντιπάλου», συντηρούν έναν πολιτικό λόγο που μοιάζει να αντλεί τη δύναμή του από τις πληγές του παρελθόντος, αντί να προτείνει λύσεις για το μέλλον.
Η αυτοαποκαλούμενη «δημοκρατική παράταξη» και οι «προοδευτικές δυνάμεις» έχουν, μέσα από την πολιτική τους πρακτική, αποδείξει ότι ο όρος «δημοκρατία» είναι συχνά εργαλειακός και όχι ουσιαστικός. Από την εποχή του Πολυτεχνείου μέχρι σήμερα, καμία άλλη παράταξη δεν έχει επενδύσει τόσο συστηματικά στον διχασμό, στις εκκαθαρίσεις εσωκομματικών αντιπάλων και στις αλλοπρόσαλλες και συχνά παραληρηματικές κραυγές που υποκαθιστούν τον ουσιαστικό πολιτικό διάλογο. Αυτή η Αριστερά κυβέρνησε, είτε υπό τον μανδύα της Κεντροαριστεράς του ΠΑΣΟΚ είτε μέσα από τη ριζοσπαστική ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ, και πλέον αναζητά νέο δρόμο προς την εξουσία, χωρίς σαφείς αρχές και χωρίς συγκροτημένη ιδεολογική πρόταση. Το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες του κράτους και του πολιτικού συστήματος.
Ωστόσο, αντί να αποτελέσει αφορμή για ουσιαστική αυτοκριτική και μεταρρυθμίσεις, μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αντιπολίτευση υιοθέτησε μια στρατηγική οργής, εκμεταλλευόμενη την εύλογη αγανάκτηση των πολιτών και τον πόνο των θυμάτων, προκειμένου να δημιουργήσει ένα αφήγημα που παρουσίαζε την κυβέρνηση ως αποκλειστικό υπεύθυνο. Ο λαϊκισμός, που στηρίζεται σε απλουστευτικές ερμηνείες και ανέφικτες υποσχέσεις, επιχείρησε να καταστήσει την οργή πολιτικό εργαλείο, υπονομεύοντας τους θεσμούς και τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους.
Η δημοκρατία δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει υπό τη διαρκή απειλή της ανυπακοής, της συνωμοσιολογίας και της θυματοποίησης. Η υποκατάσταση της Δικαιοσύνης από «λαϊκά δικαστήρια» και η επικράτηση της αγανάκτησης στις πλατείες δημιουργούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Το δόγμα ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» καταλύει το κράτος δικαίου και οδηγεί σε πολιτική αποσταθεροποίηση.
Η πρόσφατη αποκάλυψη, ότι κρίσιμα βιντεοληπτικά δεδομένα από το δυστύχημα στα Τέμπη βρέθηκαν τυχαία, αναδεικνύει τη βαθιά κρίση διαφάνειας και αξιοπιστίας των θεσμών. Αυτή η κατάσταση δεν είναι ευθύνη μόνο μιας κυβέρνησης, αλλά ενός διαχρονικού πολιτικού συστήματος που αδυνατεί να θεσπίσει αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας. Το πρόβλημα δεν είναι κομματικό, είναι συστημικό.
Η οργή που προκύπτει από τραγωδίες όπως αυτή των Τεμπών πρέπει να διοχετεύεται σε θεσμικές και δημοκρατικές διαδικασίες που οδηγούν σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις. Η αντιπολίτευση έχει την ευθύνη να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις, όχι να τροφοδοτεί τη σύγκρουση και τον διχασμό. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με λαϊκισμό και ακραίες κραυγές, αλλά με διάλογο, υπευθυνότητα και σεβασμό στους θεσμούς. Μόνο έτσι μπορούμε να τιμήσουμε τα θύματα του δυστυχήματος και να διασφαλίσουμε ένα μέλλον όπου τέτοιες τραγωδίες δεν θα επαναληφθούν.

Όπως δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή.
